Αναλογιστικό πλεόνασμα είναι η θετική διαφορά μεταξύ των αναλογιστικών υποχρεώσεων και του αναλογιστικού Ενεργητικού. Προέρχεται κυρίως από το γεγονός ότι τα εισπραττόμενα […]
Author: Ευρετήριο Οικονομικών Όρων
Αναλογιστική /Ασφαλιστική Επιστήμη (Actuarial science)
Αναλογιστική επιστήμη είναι η επιστήμη που ασχολείται με τα μαθηματικά, τα ασφαλιστικά και τις πιθανότητες.
Ασφαλιστικός Κίνδυνος (Actuarial risk)
Ασφαλιστικός κίνδυνος είναι ο κίνδυνος διακοπής ενός ασφαλιστικού συμβολαίου ζωής που επέρχεται με τον θάνατο του ασφαλιζομένου και γενικά οποιοσδήποτε κίνδυνος καλύπτεται από ασφαλιστήριο συμβόλαιο.
Αναλογιστικές Αρχές (Actuarial principles)
Αναλογιστικές αρχές είναι οι αρχές που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των καθαρών ασφάλιστρων σε μια αναλογιστική μελέτη.
Αναλογιστική Βάση (Actuarial basis)
Αναλογιστική βάση είναι ο όρος ο οποίος αφορά τους αριθμούς, τα γεγονότα ή τις προϋποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη κατά τη σύνταξη μιας αναλογιστικής μελέτης στα ασφαλιστικά συμβόλαια.
Πραγματική Αξία (Actual value)
Πραγματική αξία είναι η αξία ενός περιουσιακού στοιχείου που παραμένει μετά την αφαίρεση των αποσβέσεων και της τυχόν φθοράς του.
Πραγματική Κοστολόγηση (Actual costing)
Πραγματική κοστολόγηση είναι μια μέθοδος κατανομής του κόστους στα προϊόντα, που λαμβάνει υπ’ όψη τα υλικά και την εργασία που χρησιμοποιήθηκαν κατά την παραγωγική διαδικασία καθώς […]
Πραγματική Αξία τοις Μετρητοίς (Actual cash value)
Πραγματική αξία τοις μετρητοίς είναι ο όρος ο οποίος αναφέρεται στον καθορισμό της αξίας ασφαλισθέντων περιουσιακών στοιχείων με βάση το κόστος αντικατάστασής τους, μείον τις αποσβέσεις.
Πραγματικό Ενεργητικό (Actual asset)
Πραγματικό Ενεργητικό είναι το Ενεργητικό που εμφανίζεται στα λογιστικά βιβλία μιας επιχείρησης με την πραγματική και όχι με τη λογιστική αξία του.
Προγραμματισμός Δραστηριοτήτων (Activity scheduling)
Προγραμματισμός δραστηριοτήτων είναι ο προγραμματισμός που ακολουθείται για να επιτευχθεί η μέγιστη αποτελεσματικότητα σε μια παραγωγική διαδικασία μιας επιχείρησης.